Α
Αλλεργία: Μια υπερβολική αντίδραση του ανοσοποιητικού συστήματος σε ουσίες που συνήθως είναι ακίνδυνες, όπως η γύρη, τα τρόφιμα ή τα τρίχωμα ζώων. Κατά την επαφή με το αλλεργιογόνο, ο οργανισμός παράγει αντισώματα που απελευθερώνουν ισταμίνη και άλλες χημικές ουσίες, προκαλώντας συμπτώματα όπως φτέρνισμα, κνησμό, δερματικά εξανθήματα και αναπνευστικές δυσκολίες.
Αναιμία: Μια κατάσταση κατά την οποία ο αριθμός των ερυθρών αιμοσφαιρίων ή το επίπεδο της αιμοσφαιρίνης στο αίμα είναι μειωμένα, γεγονός που μπορεί να οδηγήσει σε κόπωση, αδυναμία και δύσπνοια. Η αναιμία μπορεί να προκληθεί από απώλεια αίματος, έλλειψη σιδήρου, έλλειψη βιταμίνης Β12 ή χρόνιες παθήσεις όπως η νεφρική ανεπάρκεια.
Αναισθησία: Μια ιατρική διαδικασία για την εξάλειψη του πόνου κατά τη διάρκεια χειρουργικών επεμβάσεων. Υπάρχουν διάφορες μορφές, μεταξύ των οποίων η τοπική (αναισθητοποιεί μόνο μια μικρή περιοχή), η περιοχική (αναισθητοποιεί μια μεγαλύτερη περιοχή του σώματος) και η γενική αναισθησία (βυθίζει τον ασθενή σε βαθύ ύπνο).
Αντιβιοτικό: Φάρμακο για τη θεραπεία βακτηριακών λοιμώξεων. Δρα αναστέλλοντας την ανάπτυξη των βακτηρίων ή εξοντώνοντάς τα. Τα αντιβιοτικά είναι αναποτελεσματικά έναντι των ιών και η υπερβολική χρήση τους μπορεί να οδηγήσει σε αντοχή στα αντιβιοτικά, κατά την οποία τα βακτήρια γίνονται ανθεκτικά στα φάρμακα.
Β
Βιοψία: Ιατρική διαδικασία κατά την οποία λαμβάνεται δείγμα ιστού από το σώμα για να εξεταστεί στο μικροσκόπιο. Οι βιοψίες χρησιμοποιούνται για τη διάγνωση ασθενειών όπως ο καρκίνος και μπορούν να πραγματοποιηθούν με διάφορες τεχνικές, όπως η βιοψία με βελόνα, η ενδοσκοπική βιοψία ή η χειρουργική βιοψία.
Γενική εξέταση αίματος: Μια εργαστηριακή εξέταση αίματος που μετρά την ποσότητα και τον τύπο των κυττάρων του αίματος (ερυθρά αιμοσφαίρια, λευκά αιμοσφαίρια, αιμοπετάλια). Βοηθά στη διάγνωση αναιμιών, λοιμώξεων και άλλων αιματολογικών παθήσεων. Η γενική εξέταση αίματος (CBC) είναι μία από τις πιο συχνές διαγνωστικές εξετάσεις.
Αρτηριακή πίεση: Η πίεση που ασκεί το αίμα στα τοιχώματα των αιμοφόρων αγγείων. Η φυσιολογική αρτηριακή πίεση κυμαίνεται περίπου στα 120/80 mmHg. Η αυξημένη αρτηριακή πίεση (υπέρταση) μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο καρδιαγγειακών παθήσεων, όπως το έμφραγμα του μυοκαρδίου και το εγκεφαλικό επεισόδιο. Η χαμηλή αρτηριακή πίεση (υπόταση) μπορεί να προκαλέσει ζάλη και λιποθυμία.
Βρογχίτιδα: Φλεγμονή των βρόγχων, των μεγάλων αναπνευστικών οδών στους πνεύμονες. Μπορεί να είναι οξεία (βραχυπρόθεσμη) ή χρόνια (μακροπρόθεσμη) και συχνά προκαλείται από ιούς, βακτήρια ή το κάπνισμα. Τα συμπτώματα περιλαμβάνουν βήχα, παραγωγή φλέγματος, πόνο στο στήθος και δυσκολία στην αναπνοή.
C
Χημειοθεραπεία: Θεραπεία του καρκίνου με φάρμακα που αναστέλλουν την ανάπτυξη και τον πολλαπλασιασμό των καρκινικών κυττάρων ή τα καταστρέφουν. Τα φάρμακα μπορούν να λαμβάνονται από το στόμα ή να χορηγούνται ενδοφλεβίως. Οι παρενέργειες είναι συχνές, καθώς μπορεί να επηρεαστούν και υγιή κύτταρα.
Χοληστερόλη: Μια λιποειδής ουσία στο αίμα, η οποία είναι απαραίτητη για τη δομή των κυτταρικών μεμβρανών και την παραγωγή ορμονών. Υπάρχει η «καλή» χοληστερόλη HDL και η «κακή» χοληστερόλη LDL. Τα υψηλά επίπεδα χοληστερόλης μπορούν να οδηγήσουν σε αρτηριοσκλήρωση και καρδιαγγειακές παθήσεις.
Χρόνιος: Όρος που χρησιμοποιείται για την περιγραφή ασθενειών που είναι μακροχρόνιες ή επαναλαμβάνονται συνεχώς. Παραδείγματα αποτελούν ο διαβήτης, η αρθρίτιδα και το άσθμα. Οι χρόνιες ασθένειες απαιτούν συχνά μακροχρόνια θεραπεία και προσαρμογές στον τρόπο ζωής.
CT (υπολογιστική τομογραφία): Μια απεικονιστική μέθοδος που δημιουργεί εικόνες διατομής του σώματος με τη βοήθεια ακτίνων Χ. Αυτές οι εικόνες βοηθούν στη διάγνωση και στον σχεδιασμό της θεραπείας ασθενειών και τραυματισμών, συμπεριλαμβανομένων όγκων, καταγμάτων και λοιμώξεων.
Δ
Διαβήτης: Μια μεταβολική διαταραχή, κατά την οποία ο οργανισμός είτε δεν παράγει ινσουλίνη (διαβήτης τύπου 1) είτε δεν χρησιμοποιεί σωστά την ινσουλίνη (διαβήτης τύπου 2). Αυτό οδηγεί σε αυξημένα επίπεδα γλυκόζης στο αίμα. Ο ανεξέλεγκτος διαβήτης μπορεί να οδηγήσει σε επιπλοκές όπως καρδιακές παθήσεις, νεφρική βλάβη και νευροπάθεια.
Δερματίτιδα: Μια φλεγμονή του δέρματος που προκαλεί κνησμό, ερυθρότητα και οίδημα. Μπορεί να προκληθεί από αλλεργίες (ατοπική δερματίτιδα), ερεθισμούς του δέρματος (δερματίτιδα εξ επαφής) ή αυτοάνοσες παθήσεις (σμηγματορροϊκή δερματίτιδα).
Κατάθλιψη: Μια ψυχική διαταραχή που χαρακτηρίζεται από επίμονη θλίψη, απώλεια ενδιαφέροντος για δραστηριότητες και μειωμένη ενέργεια. Άλλα συμπτώματα μπορεί να περιλαμβάνουν διαταραχές ύπνου, αλλαγές στην όρεξη και δυσκολίες συγκέντρωσης. Η κατάθλιψη συχνά απαιτεί συνδυασμό ψυχοθεραπείας και φαρμακευτικής αγωγής.
Δυσφαγία: Μια διαταραχή της κατάποσης που δυσχεραίνει το φαγητό και το πόσιμο. Μπορεί να προκληθεί από νευρολογικές διαταραχές όπως εγκεφαλικό επεισόδιο, μυϊκές παθήσεις ή απόφραξη στον λαιμό ή στον οισοφάγο. Η διάγνωση γίνεται συχνά μέσω ενδοσκοπικής εξέτασης ή με βαριούχο γαστροαντανακλαστικό τεστ.
Ε
ΗΚΓ (Ηλεκτροκαρδιογράφημα): Μια εξέταση που καταγράφει την ηλεκτρική δραστηριότητα της καρδιάς. Χρησιμοποιείται για τη διάγνωση καρδιακών αρρυθμιών, εμφραγμάτων και άλλων καρδιακών προβλημάτων. Το ΗΚΓ απεικονίζει την ηλεκτρική διέγερση της καρδιάς ως καμπύλη.
Ενδοσκόπηση: Μια διαδικασία κατά την οποία χρησιμοποιείται ένας εύκαμπτος σωλήνας με κάμερα (ενδοσκόπιο) για την εξέταση του εσωτερικού κοίλων οργάνων όπως το στομάχι, το έντερο ή οι πνεύμονες. Βοηθά στη διάγνωση και τη θεραπεία ασθενειών όπως έλκη, πολύποδες και φλεγμονές.
Επιληψία: Μια νευρολογική πάθηση που χαρακτηρίζεται από επαναλαμβανόμενες κρίσεις. Αυτές οι κρίσεις είναι αποτέλεσμα ανώμαλης ηλεκτρικής δραστηριότητας στον εγκέφαλο. Υπάρχουν διάφοροι τύποι κρίσεων και η θεραπεία περιλαμβάνει συχνά φάρμακα για τον έλεγχο των κρίσεων.
Ευθανασία: Γνωστή και ως «βοήθεια στο θάνατο», αναφέρεται στην ενεργή ή παθητική υποστήριξη κατά το θάνατο ασθενών με ανίατες ασθένειες, με σκοπό τον τερματισμό των παθήσεών τους. Η νομοθετική ρύθμιση και η ηθική συζήτηση σχετικά με την ευθανασία διαφέρουν ανά τον κόσμο.
F
Λιπώδης ηπατίτιδα: Μια πάθηση κατά την οποία συσσωρεύεται υπερβολικό λίπος στο ήπαρ. Μπορεί να προκληθεί από κατάχρηση αλκοόλ, υπερβολικό βάρος ή άλλες μεταβολικές διαταραχές και να οδηγήσει σε ηπατίτιδα και ηπατική βλάβη. Η λιπώδης ηπατίτιδα μπορεί να εξελιχθεί σε κίρρωση του ήπατος.
Ινώδης όγκος: Ένας καλοήθης όγκος του συνδετικού ιστού, ο οποίος μπορεί να εμφανιστεί στο δέρμα ή στους βλεννογόνους. Είναι συνήθως ακίνδυνος και συχνά δεν απαιτεί θεραπεία, εκτός εάν προκαλεί ενοχλήσεις ή αισθητικά προβλήματα.
Πυρετός: Αύξηση της θερμοκρασίας του σώματος ως αντίδραση σε λοιμώξεις ή φλεγμονές. Αποτελεί αμυντικό μηχανισμό του οργανισμού ενάντια στους παθογόνους παράγοντες. Ο πυρετός μπορεί να συνοδεύεται από ρίγη, εφίδρωση και αφυδάτωση.
Κάταγμα: Σπάσιμο ενός οστού, το οποίο μπορεί να προκληθεί από τραύμα, υπερφόρτωση ή παθήσεις όπως η οστεοπόρωση. Τα κατάγματα κατατάσσονται σε διάφορους τύπους, μεταξύ των οποίων τα απλά, τα περίπλοκα και τα ανοιχτά κατάγματα. Οι θεραπείες περιλαμβάνουν ακινητοποίηση, χειρουργική επέμβαση και φυσιοθεραπεία.
Γ
Γαστρίτιδα: Φλεγμονή του βλεννογόνου του στομάχου, η οποία μπορεί να προκληθεί από λοιμώξεις (π.χ. Helicobacter pylori), ορισμένα φάρμακα (π.χ. ΜΣΑΦ) ή υπερβολική κατανάλωση αλκοόλ. Τα συμπτώματα περιλαμβάνουν πόνο στο στομάχι, ναυτία και έμετο.
Ουρική αρθρίτιδα: Μια μεταβολική νόσος κατά την οποία κρύσταλλοι ουρικού οξέος εναποτίθενται στις αρθρώσεις και προκαλούν πόνο και φλεγμονή. Συχνά προκαλείται από διατροφή πλούσια σε πουρίνες, υπερβολικό βάρος ή γενετικούς παράγοντες. Συχνά προσβάλλονται οι αρθρώσεις του μεγάλου δακτύλου του ποδιού.
Γλαύκωμα: Μια οφθαλμική πάθηση κατά την οποία η ενδοφθάλμια πίεση είναι αυξημένη, γεγονός που μπορεί να οδηγήσει σε βλάβες του οπτικού νεύρου και απώλεια όρασης. Η έγκαιρη διάγνωση και η θεραπεία είναι σημαντικές για τη διατήρηση της όρασης. Υπάρχουν διάφορες μορφές γλαυκώματος, συμπεριλαμβανομένου του γλαυκώματος ανοικτής γωνίας και του γλαυκώματος κλειστής γωνίας.
Γλυκόζη: Ένας απλός σάκχαρος που αποτελεί την κύρια πηγή ενέργειας του οργανισμού. Προέρχεται από τους υδατάνθρακες της τροφής και μεταφέρεται από το αίμα στα κύτταρα. Το επίπεδο της γλυκόζης στο αίμα ρυθμίζεται από την ινσουλίνη και το γλυκαγόνο.
H
Αιμοσφαιρίνη: Μια πρωτεΐνη στα ερυθρά αιμοσφαίρια, η οποία μεταφέρει οξυγόνο από τους πνεύμονες στους ιστούς και επιστρέφει το διοξείδιο του άνθρακα στους πνεύμονες. Ένα χαμηλό επίπεδο αιμοσφαιρίνης μπορεί να υποδηλώνει αναιμία, ενώ ένα υψηλό επίπεδο μπορεί να υποδηλώνει άλλα προβλήματα υγείας.
Ηπατίτιδα: Φλεγμονή του ήπατος που προκαλείται από ιούς (ηπατίτιδα Α, Β, Γ), κατάχρηση αλκοόλ ή ορισμένα φάρμακα. Τα συμπτώματα περιλαμβάνουν ίκτερο, κόπωση, ναυτία και διόγκωση του ήπατος. Η χρόνια ηπατίτιδα μπορεί να οδηγήσει σε κίρρωση του ήπατος και καρκίνο του ήπατος.
Υπέρταση: Γνωστή και ως υψηλή αρτηριακή πίεση, είναι μια πάθηση κατά την οποία η αρτηριακή πίεση στις αρτηρίες είναι χρόνια αυξημένη. Αυτό αυξάνει τον κίνδυνο καρδιαγγειακών παθήσεων, όπως έμφραγμα του μυοκαρδίου, εγκεφαλικό επεισόδιο και νεφρική βλάβη. Η υπέρταση μπορεί να επηρεάζεται από γενετικούς παράγοντες, τον τρόπο ζωής και τη διατροφή.
Υποθυρεοειδισμός: Μια υπολειτουργία του θυρεοειδούς αδένα, κατά την οποία δεν παράγονται επαρκείς θυρεοειδικές ορμόνες. Αυτό οδηγεί σε συμπτώματα όπως κόπωση, αύξηση βάρους, ευαισθησία στο κρύο και κατάθλιψη. Η θεραπεία πραγματοποιείται συνήθως με τη χορήγηση θυρεοειδικών ορμονών.
I
Ανοσοποίηση: Η διαδικασία μέσω της οποίας ένα άτομο αποκτά ανοσία έναντι μιας μολυσματικής νόσου, συνήθως μέσω εμβολιασμού. Τα εμβόλια διεγείρουν το ανοσοποιητικό σύστημα να παράγει αντισώματα κατά συγκεκριμένων παθογόνων και προσφέρουν προστασία από μελλοντικές λοιμώξεις.
Λοίμωξη: Η εισχώρηση και ο πολλαπλασιασμός παθογόνων, όπως βακτηρίων, ιών, μυκήτων ή παρασίτων, στον οργανισμό. Οι λοιμώξεις μπορεί να είναι τοπικές ή συστηματικές και να οδηγούν σε συμπτώματα όπως πυρετό, φλεγμονή και βλάβη των ιστών. Η θεραπεία εξαρτάται από τον τύπο του παθογόνου.
Ινσουλίνη: Μια ορμόνη που παράγεται από το πάγκρεας και ρυθμίζει τα επίπεδα γλυκόζης στο αίμα. Επιτρέπει στα κύτταρα να απορροφούν και να αξιοποιούν τη γλυκόζη από το αίμα. Η έλλειψη ή η αντίσταση στην ινσουλίνη οδηγεί σε διαβήτη.
Ισχαιμία: Μειωμένη αιμάτωση ενός ιστού ή οργάνου, συχνά λόγω στένωσης ή απόφραξης των αιμοφόρων αγγείων. Η ισχαιμία μπορεί να οδηγήσει σε βλάβη ή νέκρωση των ιστών και αποτελεί συχνή αιτία καρδιακών προσβολών και εγκεφαλικών επεισοδίων.
J
Έλλειψη ιωδίου: Έλλειψη ιωδίου, ενός απαραίτητου ιχνοστοιχείου που είναι απαραίτητο για την παραγωγή θυρεοειδικών ορμονών. Η έλλειψη ιωδίου μπορεί να οδηγήσει σε βρογχοκήλη, υποθυρεοειδισμό και αναπτυξιακές διαταραχές στα παιδιά. Η έλλειψη ιωδίου προλαμβάνεται συχνά με τη χρήση ιωδιούχου αλατιού ή τροφών που περιέχουν ιώδιο.
Κνησμός: Μια δυσάρεστη αίσθηση στο δέρμα που προκαλεί την ανάγκη να ξύσει κανείς. Αιτίες μπορεί να είναι δερματικές παθήσεις, αλλεργίες, λοιμώξεις ή συστηματικές παθήσεις, όπως ηπατικά ή νεφρικά προβλήματα.
Νεανική ιδιοπαθής αρθρίτιδα: Μια χρόνια φλεγμονώδης νόσος των αρθρώσεων σε παιδιά κάτω των 16 ετών. Μπορεί να προκαλέσει πόνο, οίδημα και κινητικές διαταραχές και συχνά αντιμετωπίζεται με αντιφλεγμονώδη φάρμακα.
Κ
Καρδιολογία: Ιατρικός κλάδος που ασχολείται με τις παθήσεις της καρδιάς και των αιμοφόρων αγγείων. Περιλαμβάνει τη διάγνωση και τη θεραπεία καρδιακών παθήσεων, όπως η στεφανιαία νόσος, η καρδιακή ανεπάρκεια και οι καρδιακές αρρυθμίες.
Καταρράκτης: Γνωστός και ως «γκρίζος φακός», είναι μια θόλωση του φακού του ματιού που μπορεί να οδηγήσει σε προβλήματα όρασης και τύφλωση. Η συχνότερη αιτία είναι η γήρανση, αλλά και τραυματισμοί, ο διαβήτης και η υπεριώδης ακτινοβολία μπορούν να προκαλέσουν καταρράκτη. Μέσω χειρουργικής επέμβασης, ο θολωμένος φακός μπορεί να αφαιρεθεί και να αντικατασταθεί με τεχνητό φακό.
Καρκίνος: Μια ομάδα ασθενειών στις οποίες ανώμαλα κύτταρα αναπτύσσονται ανεξέλεγκτα και μπορούν να εξαπλωθούν σε άλλους ιστούς. Ο καρκίνος μπορεί να προκληθεί από γενετικούς παράγοντες, περιβαλλοντικούς παράγοντες (όπως το κάπνισμα ή η ακτινοβολία) και λοιμώξεις. Οι θεραπευτικές επιλογές περιλαμβάνουν τη χειρουργική επέμβαση, τη χημειοθεραπεία, την ακτινοθεραπεία και την ανοσοθεραπεία.
Κατάρρευση: Ξαφνική κατάρρευση του κυκλοφορικού συστήματος ή ενός οργάνου, που συχνά συνοδεύεται από απώλεια συνείδησης. Αιτίες μπορεί να είναι καρδιακά προβλήματα, απώλεια αίματος, αφυδάτωση ή σοκ. Απαιτείται άμεση ιατρική βοήθεια.
Λ
Λευχαιμία: Μια μορφή καρκίνου των αιμοσφαιρίων που αναπτύσσεται στο μυελό των οστών. Οδηγεί σε υπερβολική παραγωγή ανώμαλων λευκών αιμοσφαιρίων, τα οποία παρεμποδίζουν τη φυσιολογική αιμοποίηση. Τα συμπτώματα περιλαμβάνουν κόπωση, λοιμώξεις και τάση για αιμορραγίες. Η θεραπεία περιλαμβάνει χημειοθεραπεία, ακτινοθεραπεία και μεταμόσχευση βλαστικών κυττάρων.
Λεμφαδένες: Μικρές δομές σε σχήμα φασολιού, που αποτελούν μέρος του ανοσοποιητικού συστήματος. Φιλτράρουν τη λέμφη και βοηθούν στην καταπολέμηση των λοιμώξεων. Οι πρησμένοι λεμφαδένες μπορεί να αποτελούν ένδειξη λοιμώξεων, φλεγμονών ή καρκίνου.
Λέμφωμα: Μια καρκινική νόσος του λεμφικού ιστού, η οποία μπορεί να προσβάλλει τους λεμφαδένες, τη σπλήνα και άλλα όργανα. Υπάρχουν διάφοροι τύποι λεμφωμάτων, μεταξύ των οποίων τα λεμφώματα Hodgkin και τα λεμφώματα Non-Hodgkin. Τα συμπτώματα περιλαμβάνουν πρήξιμο των λεμφαδένων, πυρετό, νυχτερινή εφίδρωση και απώλεια βάρους.
Πνευμονική εμβολή: Ξαφνική απόφραξη μιας πνευμονικής αρτηρίας από θρόμβο αίματος που προέρχεται από βαθιά φλεβική θρόμβωση. Τα συμπτώματα μπορεί να περιλαμβάνουν ξαφνική δύσπνοια, πόνο στο στήθος, βήχα και αιμορραγική απόρριψη. Απαιτείται άμεση θεραπεία για την πρόληψη επιπλοκών που απειλούν τη ζωή.
Μ
Ελονοσία: Μια μολυσματική ασθένεια που προκαλείται από παράσιτα του γένους Plasmodium και μεταδίδεται από τα κουνούπια. Τα συμπτώματα περιλαμβάνουν υψηλό πυρετό, ρίγη, πονοκέφαλο και αναιμία. Η ελονοσία είναι ενδημική σε πολλές τροπικές και υποτροπικές περιοχές και μπορεί να προληφθεί και να αντιμετωπιστεί με προληπτικά μέτρα και φάρμακα.
MRI (Μαγνητική Τομογραφία): Μια απεικονιστική μέθοδος που χρησιμοποιεί ισχυρά μαγνητικά πεδία και ραδιοκύματα για τη δημιουργία λεπτομερών εικόνων οργάνων και ιστών. Χρησιμοποιείται συχνά για τη διάγνωση όγκων του εγκεφάλου, τραυματισμών του νωτιαίου μυελού, παθήσεων των αρθρώσεων και καρδιακών προβλημάτων.
Μηνιγγίτιδα: Φλεγμονή των μηνίγγων του εγκεφάλου και του νωτιαίου μυελού, η οποία μπορεί να προκληθεί από ιούς, βακτήρια ή μύκητες. Τα συμπτώματα περιλαμβάνουν έντονους πονοκεφάλους, πυρετό, δυσκαμψία του αυχένα και ευαισθησία στο φως. Η βακτηριακή μηνιγγίτιδα είναι απειλητική για τη ζωή και απαιτεί άμεση αντιβιοτική αγωγή.
Ημικρανία: Μια διαταραχή που εκδηλώνεται με κρίσεις πονοκεφάλου, οι οποίες συχνά συνοδεύονται από ναυτία, έμετο και ευαισθησία στο φως. Η ημικρανία μπορεί να διαρκέσει από μερικές ώρες έως και ημέρες και προκαλείται από ένα συνδυασμό γενετικών και περιβαλλοντικών παραγόντων. Η θεραπεία περιλαμβάνει αναλγητικά και προληπτικά φάρμακα.
Ν
Νεφρίτιδα: Φλεγμονή των νεφρών, η οποία μπορεί να προκληθεί από λοιμώξεις, αυτοάνοσες παθήσεις ή άλλες αιτίες. Τα συμπτώματα περιλαμβάνουν πόνο στην περιοχή των νεφρών, αίμα στα ούρα, οίδημα και υπέρταση. Η θεραπεία εξαρτάται από την υποκείμενη αιτία.
Νευρολογία: Κλάδος της ιατρικής που ασχολείται με τις παθήσεις του νευρικού συστήματος, συμπεριλαμβανομένου του εγκεφάλου, του νωτιαίου μυελού και των περιφερικών νεύρων. Οι νευρολόγοι διαγιγνώσκουν και θεραπεύουν ασθένειες όπως η επιληψία, η σκλήρυνση κατά πλάκας, η νόσος του Πάρκινσον και το εγκεφαλικό επεισόδιο.
Νευροδιαβιβαστές: Χημικές ουσίες στον εγκέφαλο που μεταδίδουν σήματα μεταξύ των νευρικών κυττάρων. Παραδείγματα είναι η ντοπαμίνη, η σεροτονίνη, η ακετυλοχολίνη και το GABA. Οι ανισορροπίες των νευροδιαβιβαστών μπορούν να οδηγήσουν σε ψυχικές και νευρολογικές παθήσεις.
Νεφρό: Ζεύγος οργάνων που φιλτράρει το αίμα, αποβάλλει τις τοξίνες και ρυθμίζει την ισορροπία νερού και ηλεκτρολυτών του οργανισμού. Τα νεφρά παράγουν ούρα, τα οποία αποβάλλονται μέσω του ουροποιητικού συστήματος. Οι νεφρικές παθήσεις μπορούν να οδηγήσουν σε νεφρική ανεπάρκεια και στην ανάγκη για αιμοκάθαρση ή μεταμόσχευση.
Ο
Οστεοπόρωση: Μια ασθένεια των οστών, κατά την οποία μειώνεται η οστική πυκνότητα, με αποτέλεσμα τα οστά να γίνονται εύθραυστα και επιρρεπή σε κατάγματα. Η οστεοπόρωση εμφανίζεται συχνά σε ηλικιωμένους, ιδίως σε γυναίκες μετά την εμμηνόπαυση. Η πρόληψη και η θεραπεία περιλαμβάνουν την πρόσληψη ασβεστίου και βιταμίνης D, καθώς και φάρμακα για την ενίσχυση των οστών.
Ογκολογία: Ο ιατρικός κλάδος που ασχολείται με τη διάγνωση και τη θεραπεία του καρκίνου. Οι ογκολόγοι αντιμετωπίζουν όγκους και κακοήθεις παθήσεις μέσω χειρουργικής επέμβασης, χημειοθεραπείας, ακτινοθεραπείας και άλλων θεραπευτικών προσεγγίσεων.
Απόφραξη: Μια απόφραξη ή στένωση ενός αγωγού ή οργάνου στο σώμα, η οποία εμποδίζει τη φυσιολογική ροή υγρών ή αέρα. Παραδείγματα αποτελούν η εντερική απόφραξη, η απόφραξη του ουροποιητικού συστήματος και η απόφραξη των αναπνευστικών οδών.
Ορθοπεδική: Ιατρικός κλάδος που ασχολείται με τις παθήσεις και τους τραυματισμούς του κινητικού συστήματος, συμπεριλαμβανομένων των οστών, των αρθρώσεων, των μυών και των συνδέσμων. Οι ορθοπεδικοί θεραπεύουν κατάγματα, αρθρίτιδα, αθλητικούς τραυματισμούς και προβλήματα της σπονδυλικής στήλης.
Π
Παγκρεατίτιδα: Φλεγμονή του παγκρέατος, η οποία μπορεί να είναι οξεία ή χρόνια. Αιτίες είναι οι χολόλιθοι, η κατάχρηση αλκοόλ, τα φάρμακα και οι λοιμώξεις. Συμπτώματα είναι έντονοι κοιλιακοί πόνοι, ναυτία και έμετος. Η θεραπεία περιλαμβάνει νηστεία, ενυδάτωση και παυσίπονα.
Νόσος του Πάρκινσον: Μια νευροεκφυλιστική νόσος που προκαλείται από την απώλεια των κυττάρων που παράγουν ντοπαμίνη στον εγκέφαλο. Τα συμπτώματα περιλαμβάνουν ρίγη, δυσκαμψία, βραδείες κινήσεις και διαταραχές της ισορροπίας. Η θεραπεία περιλαμβάνει φάρμακα και, ενίοτε, χειρουργική επέμβαση.
Πνευμονία: Μια πνευμονική λοίμωξη που μπορεί να προκληθεί από βακτήρια, ιούς ή μύκητες. Τα συμπτώματα περιλαμβάνουν βήχα, πυρετό, δύσπνοια και πόνο στο στήθος. Η θεραπεία εξαρτάται από την αιτία και συχνά περιλαμβάνει αντιβιοτικά, αντιιικά ή αντιμυκητιασικά φάρμακα.
Ψύχωση: Μια κατάσταση κατά την οποία ένα άτομο χάνει την επαφή με την πραγματικότητα, που χαρακτηρίζεται από παραισθήσεις, παραληρητικές ιδέες και διαταραγμένη σκέψη. Αιτίες μπορεί να είναι ψυχικές διαταραχές όπως η σχιζοφρένεια, η κατάχρηση ναρκωτικών ή η σοβαρή κατάθλιψη. Η θεραπεία περιλαμβάνει αντιψυχωσικά φάρμακα και ψυχοθεραπεία.
Q
Καραντίνα: Ένα μέτρο απομόνωσης για την πρόληψη της εξάπλωσης μολυσματικών ασθενειών, κατά το οποίο άτομα που ενδέχεται να είναι μολυσματικά απομονώνονται από τον γενικό πληθυσμό. Η καραντίνα εφαρμόζεται σε εξαιρετικά μολυσματικές ασθένειες όπως το Έμπολα, το SARS και η COVID-19.
Παράλυση από τραυματική βλάβη του νωτιαίου μυελού: Παράλυση που προκαλείται από βλάβη του νωτιαίου μυελού και έχει ως αποτέλεσμα την απώλεια της κινητικής και αισθητηριακής λειτουργίας κάτω από το σημείο της βλάβης. Η θεραπεία επικεντρώνεται στην αποκατάσταση και στην πρόληψη επιπλοκών.
Μώλωπας: Τραυματισμός των ιστών λόγω πίεσης ή κρούσης, ο οποίος οδηγεί σε αιματώματα, οίδημα και πόνο. Οι μώλωπες συνήθως επουλώνονται από μόνες τους, αλλά σε σοβαρές περιπτώσεις μπορεί να απαιτούν ιατρική περίθαλψη.
Τετραπληγία: Μια μορφή παράλυσης που επηρεάζει και τα τέσσερα άκρα και τον κορμό, η οποία συνήθως προκαλείται από τραυματισμό της αυχενικής μοίρας της σπονδυλικής στήλης. Η θεραπεία περιλαμβάνει φυσιοθεραπεία, εργοθεραπεία και, σε ορισμένες περιπτώσεις, χειρουργικές επεμβάσεις.
R
Ρευματισμός: Γενικός όρος για φλεγμονώδεις παθήσεις που προσβάλλουν τις αρθρώσεις, τους μυς και τον συνδετικό ιστό. Σε αυτές περιλαμβάνονται η ρευματοειδής αρθρίτιδα, ο λύκος και η ουρική αρθρίτιδα. Τα συμπτώματα είναι πόνος, οίδημα και δυσκαμψία. Η θεραπεία περιλαμβάνει φάρμακα, φυσιοθεραπεία και αλλαγές στον τρόπο ζωής.
Ακτινολογία: Ιατρικός κλάδος που ασχολείται με τη διάγνωση και τη θεραπεία ασθενειών μέσω απεικονιστικών μεθόδων, όπως ακτινογραφίες, αξονική τομογραφία (CT), μαγνητική τομογραφία (MRI) και υπερηχογράφημα. Οι ακτινολόγοι ερμηνεύουν τις εικόνες για να εντοπίσουν ασθένειες και τραυματισμούς.
Αποκατάσταση: Μια διαδικασία που στοχεύει στην αποκατάσταση των σωματικών, πνευματικών και κοινωνικών ικανοτήτων ατόμων με αναπηρίες ή μετά από σοβαρές ασθένειες ή τραυματισμούς. Η αποκατάσταση μπορεί να περιλαμβάνει φυσιοθεραπεία, εργοθεραπεία, λογοθεραπεία και ψυχολογική υποστήριξη.
Εκτομή: Χειρουργική επέμβαση κατά την οποία αφαιρείται μέρος ενός οργάνου ή ιστού. Οι εκτομές πραγματοποιούνται συχνά για τη θεραπεία όγκων, φλεγμονωδών παθήσεων ή κατεστραμμένων ιστών.
S
Σήψη: Μια απειλητική για τη ζωή αντίδραση του οργανισμού σε μια λοίμωξη, κατά την οποία το ανοσοποιητικό σύστημα αντιδρά υπερβολικά και προκαλεί βλάβες στα όργανα. Τα συμπτώματα περιλαμβάνουν υψηλό πυρετό, ταχυκαρδία, ταχεία αναπνοή και σύγχυση. Η σήψη απαιτεί άμεση θεραπεία με αντιβιοτικά και υποστηρικτικά μέτρα.
Σκλήρυνση: Σκλήρυνση ή ουλώδης μεταμόρφωση ιστών, η οποία μπορεί να προκληθεί από χρόνιες φλεγμονές ή ασθένειες όπως η σκλήρυνση κατά πλάκας και η αρτηριακή σκλήρυνση. Η σκλήρυνση οδηγεί σε απώλεια λειτουργιών στους προσβεβλημένους ιστούς ή όργανα.
Σχιζοφρένεια: Μια σοβαρή ψυχική διαταραχή που χαρακτηρίζεται από διαταραχές στη σκέψη, τις αντιλήψεις, τα συναισθήματα και τη συμπεριφορά. Τα συμπτώματα περιλαμβάνουν παραισθήσεις, παραληρητικές ιδέες και γνωστικές διαταραχές. Η θεραπεία περιλαμβάνει αντιψυχωσικά φάρμακα και ψυχοθεραπεία.
Στατίνες: Οι στατίνες είναι φάρμακα που χρησιμοποιούνται για τη μείωση των αυξημένων επιπέδων χοληστερόλης στο αίμα. Αναστέλλουν ένα ένζυμο στο ήπαρ που ονομάζεται HMG-CoA-αναγωγάση, το οποίο είναι υπεύθυνο για την παραγωγή χοληστερόλης. Μέσω της μείωσης της παραγωγής χοληστερόλης, οι στατίνες συμβάλλουν στη μείωση των επιπέδων της LDL-χοληστερόλης (που συχνά αναφέρεται ως «κακή» χοληστερόλη) και, ως εκ τούτου, στη μείωση του κινδύνου καρδιαγγειακών παθήσεων, όπως το έμφραγμα του μυοκαρδίου και το εγκεφαλικό επεισόδιο.
Ακτινοθεραπεία: Μια μέθοδος θεραπείας κατά την οποία χρησιμοποιείται ιονίζουσα ακτινοβολία για την καταστροφή των καρκινικών κυττάρων ή την αναστολή της ανάπτυξής τους. Η ακτινοθεραπεία μπορεί να εφαρμοστεί μόνη της ή σε συνδυασμό με χειρουργική επέμβαση και χημειοθεραπεία.
Τ
Θρόμβωση: Ο σχηματισμός θρόμβου αίματος σε ένα αιμοφόρο αγγείο, ο οποίος μπορεί να εμποδίσει τη ροή του αίματος. Οι θρόμβωσεις εμφανίζονται συχνά στις βαθιές φλέβες των ποδιών (βαθιά φλεβική θρόμβωση) και μπορούν να οδηγήσουν σε επιπλοκές όπως η πνευμονική εμβολή. Η θεραπεία περιλαμβάνει αντιπηκτικά φάρμακα και συμπιεστική θεραπεία.
Όγκος: Μια ανώμαλη ανάπτυξη ιστού, η οποία μπορεί να είναι καλοήθης (μη καρκινική) ή κακοήθης (καρκινική). Οι όγκοι μπορούν να εμφανιστούν σε διάφορα μέρη του σώματος και να προκαλέσουν συμπτώματα που εξαρτώνται από τη θέση και το μέγεθος του όγκου. Η θεραπεία ποικίλλει ανάλογα με τον τύπο και το στάδιο του όγκου.
Μεταμόσχευση: Μια ιατρική διαδικασία κατά την οποία ένα άρρωστο ή ελλείπον όργανο ή ιστός αντικαθίσταται από ένα υγιές όργανο ή ιστό δότη. Συχνές μεταμοσχεύσεις περιλαμβάνουν νεφρά, ήπαρ, καρδιά και μυελό των οστών. Η μεταμόσχευση απαιτεί ανοσοκατασταλτικά φάρμακα για την πρόληψη της απόρριψης.
Θρομβοκύτταρα: Γνωστά και ως αιμοπετάλια, είναι κυτταρικά θραύσματα στο αίμα που διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στην πήξη του αίματος. Η θρομβοπενία είναι μια κατάσταση κατά την οποία ο αριθμός των αιμοπεταλίων είναι χαμηλός, γεγονός που αυξάνει τον κίνδυνο αιμορραγιών.
Υ
Υπερηχογράφημα: Μια απεικονιστική μέθοδος που χρησιμοποιεί ηχητικά κύματα υψηλής συχνότητας για τη δημιουργία εικόνων εσωτερικών οργάνων και ιστών. Το υπερηχογράφημα χρησιμοποιείται συχνά στην προγεννητική διάγνωση, την καρδιολογία και στην εξέταση των μαλακών ιστών.
Ουρολογία: Ιατρικός κλάδος που ασχολείται με τις παθήσεις του ουροποιητικού συστήματος και του ανδρικού αναπαραγωγικού συστήματος. Οι ουρολόγοι θεραπεύουν παθήσεις όπως λοιμώξεις του ουροποιητικού συστήματος, πέτρες στα νεφρά, καρκίνο του προστάτη και στυτική δυσλειτουργία.
Έλκος: Ένα έλκος που αποτελεί μια ανοιχτή πληγή στο δέρμα ή στον βλεννογόνο. Τα έλκη μπορεί να προκαλούνται από λοιμώξεις, χρόνιες φλεγμονές ή διαταραχές της κυκλοφορίας του αίματος. Συχνά παραδείγματα είναι τα έλκη του στομάχου και οι πληγές κατάκλισης.
Κνίδωση: Γνωστή και ως κνίδωση, είναι μια δερματική αντίδραση που χαρακτηρίζεται από κνησμώδεις, υπερυψωμένες κνίδες. Αιτίες μπορεί να είναι αλλεργίες, λοιμώξεις ή άγχος. Η θεραπεία περιλαμβάνει αντιισταμινικά και την αποφυγή των παραγόντων που την προκαλούν.
V
Ιός: Ένας μικροσκοπικός παθογόνος οργανισμός που μολύνει τα κύτταρα και πολλαπλασιάζεται μέσα σε αυτά. Οι ιοί μπορούν να προκαλέσουν μια πληθώρα ασθενειών, μεταξύ των οποίων η γρίπη, ο HIV και η COVID-19. Οι ιοί αποτελούνται από γενετικό υλικό (DNA ή RNA) και ένα πρωτεϊνικό περίβλημα.
Αγγειοδιαστολή: Η διαστολή των αιμοφόρων αγγείων, η οποία αυξάνει τη ροή του αίματος και μειώνει την αρτηριακή πίεση. Μπορεί να προκληθεί από φάρμακα ή από φυσικούς μηχανισμούς του οργανισμού. Η αγγειοδιαστολή διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στη ρύθμιση της θερμοκρασίας του σώματος και της κυκλοφορίας του αίματος.
Βιταμίνες: Απαραίτητα θρεπτικά συστατικά που είναι απαραίτητα για διάφορες λειτουργίες του οργανισμού και πρέπει να προσλαμβάνονται σε μικρές ποσότητες από τη διατροφή. Οι βιταμίνες ενισχύουν το ανοσοποιητικό σύστημα, την οστεογένεση και τον ενεργειακό μεταβολισμό. Παραδείγματα αποτελούν οι βιταμίνες C, D και B12.
Κιρσοί: Γνωστοί και ως φλεβίτιδες, είναι διασταλμένες και ελικοειδείς φλέβες που εμφανίζονται συνήθως στα πόδια. Μπορούν να προκαλέσουν πόνο, οίδημα και αισθητικά προβλήματα. Οι αιτίες είναι συχνά η γενετική προδιάθεση, η εγκυμοσύνη ή οι εργασίες που απαιτούν παραμονή σε όρθια στάση.
W
Επούλωση πληγών: Η διαδικασία μέσω της οποίας ο οργανισμός επιδιορθώνει τον τραυματισμένο ιστό. Η επούλωση πληγών περιλαμβάνει διάφορες φάσεις: φλεγμονή, σχηματισμό ιστού και αναδιαμόρφωση. Παράγοντες όπως η λοίμωξη, η αιμάτωση και η παροχή θρεπτικών ουσιών επηρεάζουν την επούλωση πληγών.
Υπεροξείδιο του υδρογόνου: Μια χημική ένωση που χρησιμοποιείται ως απολυμαντικό και λευκαντικό. Στην ιατρική χρησιμοποιείται για τον καθαρισμό πληγών και την αποστείρωση ιατρικών εργαλείων.
Πιθανότητα: Μια μαθηματική έννοια που ποσοτικοποιεί την πιθανότητα εμφάνισης ενός γεγονότος. Στην ιατρική, η πιθανότητα χρησιμοποιείται για την αξιολόγηση του κινδύνου εμφάνισης ασθενειών ή των αποτελεσμάτων μιας θεραπείας.
Θερμοθεραπεία: Μια μέθοδος θεραπείας κατά την οποία χρησιμοποιείται θερμότητα για την ανακούφιση του πόνου και τη βελτίωση της κυκλοφορίας του αίματος. Η θερμοθεραπεία εφαρμόζεται σε περιπτώσεις μυϊκής έντασης, αρθρίτιδας και χρόνιου πόνου.
X
Ξενομεταμόσχευση: Η μεταμόσχευση οργάνων, ιστών ή κυττάρων από ένα είδος σε άλλο. Στην ιατρική, η ξενομεταμόσχευση αποτελεί αντικείμενο έρευνας με σκοπό την αντιμετώπιση της έλλειψης ανθρώπινων οργάνων προς μεταμόσχευση.
Ξάνθωμα: Μια κιτρινωπή λιπώδης εναπόθεση κάτω από το δέρμα, συχνά ένδειξη διαταραχών του λιπιδικού μεταβολισμού, όπως η υπερχοληστερολαιμία. Τα ξανθώματα εμφανίζονται συχνά στους αγκώνες, τα γόνατα, τα χέρια και τα βλέφαρα.
Ξεροστομία: Γνωστή και ως ξηροστομία, είναι μια κατάσταση κατά την οποία η παραγωγή σάλιου είναι μειωμένη. Αιτίες μπορεί να είναι φάρμακα, ακτινοθεραπεία ή παθήσεις των σιελογόνων αδένων. Η ξεροστομία μπορεί να ευνοήσει την εμφάνιση τερηδόνας και στοματικών λοιμώξεων.
Ξενοβιοτικά: Ξένες ουσίες που δεν υπάρχουν φυσιολογικά στον οργανισμό, όπως φάρμακα, περιβαλλοντικές τοξίνες και χημικές ουσίες. Τα ξενοβιοτικά μπορούν να μεταβολιστούν και να αποβληθούν από τον οργανισμό ή να προκαλέσουν τοξικές επιδράσεις.
Y
Γιόγκα: Μια πρακτική που συνδυάζει στάσεις του σώματος (ασάνες), αναπνευστικές ασκήσεις (πραναγιάμα) και διαλογισμό, με σκοπό την προαγωγή της σωματικής και ψυχικής υγείας. Η γιόγκα χρησιμοποιείται στην ιατρική για τη διαχείριση του στρες, τη μείωση του πόνου και τη βελτίωση της κινητικότητας.
Yersinia: Ένα γένος βακτηρίων που μπορεί να προκαλέσει διάφορες λοιμώξεις, μεταξύ των οποίων η πανούκλα (Yersinia pestis) και η υερσινίωση (Yersinia enterocolitica). Οι λοιμώξεις μπορούν να μεταδοθούν μέσω μολυσμένων τροφίμων ή επαφής με ζώα.
Χρωμόσωμα Υ: Ένα φυλετικό χρωμόσωμα που απαντάται στους άνδρες και περιέχει το γονίδιο SRY, το οποίο είναι υπεύθυνο για την ανάπτυξη των αρσενικών χαρακτηριστικών. Το χρωμόσωμα Υ κληρονομείται από τον πατέρα στον γιο.
Μυκητίαση από ζυμομύκητες (Candida): Μια μυκητιασική λοίμωξη που π
